русский  Rus > Fr  French
русский  Rus > De  German
русский  Rus > Bzh  Breton
русский  Rus > En  English
русский  Rus > Es  español
русский  Rus > Arg  Aragonés

Пиздец!
Γλωσσάριο βρισιών στα Ρώσικα
(Бес)Толковый Словарь Русского Мата

 
French  Fr > Rus  русский
German  De > Rus  русский
Breton  Bzh > Rus  русский
French  Fr > De  German
German  De > Fr  French

home

А

Б

В

Г

Д

Е

Ж

З

И

К

Л

М

Н

О

П

Р

С

Т

У

Ф

Х

Ц

Ч

Ш

Щ

Ъ

Ы

Ь

Э

Ю

Я

Жаргон падонков

links

mail


Пиздец
the book

hit counter


Ελληνικά

Блядь (θηλ.) [μπλγιαντ]

1. γυναίκα ελαφρών ηθών, πρόστυχη, εύκολη « θερμή ». Αρχικά, η λέξη αυτή σήμαινε « ψέμα, αίρεση, αποπλάνηση » (με αυτή την έννοια τη συναντάμε σε θρησκεύτηκα κείμενα), κατ΄ επέκταση σημαίνει, γυναίκα που βγήκε από το δρόμο της αρετής
2. ύβρις, που αναφέρεται σε άτομο που χαρακτηρίζεται από τις αρετές (ή τα ελαττώματα) μιας γυναίκας όπως περιγράφεται αρχικά
3 Χρησιμοποιείται στην αρχή ή στο τέλος μιας φράσης ως επιφώνημα (όπως στα γαλλικά). Πρόκειται για ευφημισμό « блин », που λειτουργεί όπως η λέξη « γαμώτο» στα γαλλικά: « Ну вы, блин, даёте ».

Брощу пить, курить и материться... Блядь! Сигарета в вино упала!..
σταματώ να πίνω, να καπνίζω και να βρίζω…. Ρε γαμώ την πουτάνα μου! έπεσε το τσιγάρο μου στο κρασί!

Συνώνυμες λέξεις: баруха, батончик, бикса, блядина, блядюга, давалка, королева полутьмы, крыса, курва, лакшовка, лярва, ночная бабочка, потаскуха, раскладушка, сука, труженица койки, шалава, шлюха.

Бухать (ρήμα ipf.) [μπουχατ]

Γίνομαι πίτα στο μεθύσι (τελειοποιητικός): бухнуть. Η αρχική έννοια του ρήματος ήταν προκαλώ μεγάλο θόρυβο. Χτυπώ δυνατά

Можно жить так, но лучше ускориться,
Я лично бухаю, а кто-то колится

(Ленинград, Мне бы в небо, 2002)

Από αυτή τη λέξη προέρχεται το ουσιαστικό Бухло [μπουχλο] (οινοπνευματώδη ποτά) καθώς και το επίθετο Бухой [μπουχογι] (μεθυσμένος, πιωμένος)

Когда переехал - не помню,
наверное, был я бухой

(Ленинград, WWW, 2002)

Говно (ουδ.) [γκοβνο]

Σκατά. δάνειο από τα πολωνικά, χρησιμοποιείται στον άμεσο λόγο (και όχι σαν επιφώνημα)
• Говнодавы (ουσιαστικό πληθ.) [γκοβνονταβι]: χοντροπάπουτσα: χοντρά και βαριά παπούτσια.
• Говнуть (ρήμα) [γκοβνουτ]: 1. ανακατεύω με κοπριά; 2. αποδιοργανώνω, προκαλώ αναταραχή.
• Говнюк (αρσ.) [γκοβνγιουκ]: μπάσταρδος– κυριολεκτικά, τιποτένιος.

Ты называешь меня говнюком, да, я все время бухой.

(Ленинград, Дикий мужчина, 1999)

Дрочить (ρήμα pf) [ντροσιτ]

μαλακίζομαι, αυνανίζομαι
• Дрочила (ουσιαστικό) [ντροσιλα]: ένας μαλάκας.
• Дрочка (θηλ.) [ντροσικα]: 1. αυνανισμός; 2. γαμήσι με μύγες
• Каждый дрочит как он хочет [καζντιγι ντροσιτ κακ ον χοσιγιετ]: σημαίνει « ο καθένας κάνει τα πράγματα με τον τρόπο του»; Στην κυριολεξία « ο καθένας μαλακίζεται με τον τρόπο του».

Ебать (ρήμα) [γιεμπατ]

1. γαμώ (σχίζω), τρυπάω.

Так ебет,что пар из жопы идет!

2. τιμωρώ, μαλώνω.

Ну за это тебя будут ебать до потери пульса!

3. ανησυχώ, ενοχλώ.

Кого ебет чужое горе?

Συνώνυμες λέξεις: бараться, вставить палку, гребать, едрить, ети (еть), жучить, зудить, лындить, мять, трахать, факать, шворить, ядрить.
Παράγωγα: въёбывать, выёбываться, доёбываться, долбоёб, ебало, ебальник, ебанат, ебантроп, ебанутый, ебануть, ебануться, ебанушка, ебанько, ёбарь, ебач, ебенёво, ебенёк, ебеня, еблан, еблет, еблище, ебло, ёбнутый, ёбнуть, ёбнуться, ебучий, заебать, заебись, злоебаный, злоебучий, колдоёбины, мозгоёб, наебать, наебнуть, наебнуться, объебать, отъебаться, поебень, проебать, съебаться, съёбывать, уебан, уёбище, уёбок, уёбский, уёбствовать, уёбывать.

• Ёб вас [γιομπ βας]: άντε και γαμηθείτε.
• Ёб твою мать [γιομπ τβογιου ματ]: Γαμώ τη μανά σου! – πολύ διαδεδομένη αισχρή έκφραση, ίσως η πιο συχνή που συναντάμε στα ρώσικα, που η σημασία της κυμαίνεται από το « είσαι καλά? » μέχρι και « Αϊ γαμήσου « . Η έννοια της έκφρασης, εξαρτάται από τον τόνο της φωνής και τον περιεχόμενο της συζήτησης. Σημαίνει κυριολεκτικά « γάμησα τη μανά σου », « ёб » που είναι μια αισχρή έκφραση του ενικού αριθμού, αρσενικού γένους σε χρόνο του παρελθόν « ебать » σε χρόνο του παρελθόν έχουμε επίσης τα ρήματα « ебал, ебала, κτλ. ».
• Ебать его в рот [γιεμπατ γιεγκο β ροτ]: « Να πάει στο διάολο»
• Ебать-копать!, Ебать-колотить!, Ебать-тарахтеть! [γιεμπατ-κοπατ!, γιεμπατ-κολοτιτ!, γιεμπατ-ταραχτγιετ!]: Επιφώνημα (δεν υπάρχει ακριβή μετάφραση) – μοιάζει με την έκφραση « Ρε, πουτάνα! ».
• Ебать меня в рот! (ебать мой рот!) [γιεμπατ’ μγιενγια β ροτ! (γιεμπατ’ μογι ροτ!)]: ενισχύει την πεποίθηση ότι έχουμε δίκαιο. Κατά γράμμα (« δίνει τσιμπούκι στην ερωτική παρτενέρ, ακόμα κι αν δεν είναι αλήθεια »).
• Ебать мозги [γιεμπατ’ μοζγκι]: κόβω κεφάλια.
• Ебать му-му [γιεμπατ’ μου-μου]: μια ενασχόληση χωρίς ενδιαφέρον, που χτυπά στα νεύρα, ή ακόμα που αναφέρεται σε άτομο που δεν είναι τίμιο.
• Ебись все конем [γιεμπις’ βσγιε κονγιομ]: « Στο διάολο », επιφώνημα που σημαίνει περίπου « хуй с ним ».
• Не ебёт [νγιε γιεμπγιοτ]: Δεν πειράζει, κυριολεκτικά « δεν γαμούν » – Παράδειγμα: « Меня это не ебёт » - « σκασίλα μου ».

Жопа (θηλ.) οπα]

Κώλος, οπίσθιος. Τα υποκοριστικά είναι: жопка, жопочка. Τα υπέρτατα είναι: жопища. Cf. голожопый (καημένε, „μηδενικός κώλος“), хитрожопый (πονηρός, πανούργος), черножопый (έγχρωμος άνδρας, του Καύκασου – „μαύρος κώλος“).

Если едешь на Кавказ -
Солнце светит прямо в глаз;
Если едешь ты в Европу -
Солнце светит прямо в жопу.

• Пошел в жопу [ποσγιολ β ζοπου]: vα πας να γαμηθείς, φύγε.
• Жопа с ручкой, жопа на колесиках [ζοπα ς ρουσικογι, ζοπα να κολγιεσικαχ]: ηλίθιος, ανίκανος.
• Жопастая [ζοπασταγια]: κωλόφαρδος, χόντρος κώλος.
• Жополиз (αρσ.) [ζοπολιζ]: κωλογλείφτης, γλείφτης.
• Хитрая жопа [χιτραγια ζοπα]: πονηρούλης.
• Натянуть глаз на жопу (кому) [νατγιανουτ’ γκλαζ να ζοπου (κομου)]: σχίζω το πορτραίτο κάποιου.
• На каждую хитрую жопу есть хуй винтом [να καζντουγιου χιτρουγιου ζοπου γιεστ’ χουγι βιντομ]: πάντα υπάρχει πιο πονηρός από μας

Манда (θηλ.) [μανντα]

Μουνί – « Пизда » η πιο διαδεδομένη λέξη. « Манда » μπορεί να αντικαθιστά τη λέξη « пизда » στις περισσότερες εκφράσεις αλλά όχι σε παραγωγές λέξεις.

Нахуячиться (ρήμα) [ναχουγιασιτ’σγια]

πίνω μέχρι σκασμού – συχνά δίνει την αίσθηση της νηφαλιότητας: « Нахуячился водкой » - « ήπιε βότκα μέχρι να σκάσει»; cf. επίσης « наебениться ».

Пизда (θηλ.) [πιζντα]

θηλυκά γενετικά όργανα.

Как ни тыкай, ни ворочай - хуй пизды всегда короче

• Дать пизды [Ντаτ’ πιζντι]: σπάω τα μούτρα κάποιου
• В пизде [Β πιζντγιε]: σε μια δύσκολη κατάσταση
• В пизду [Β πιζντου]: στο διάολο – κυριολεκτικά « στο μουνί μου ». χρησιμοποιείται όπως « на хуй » σε εκφράσεις όπως: « пошёл в пизду » (« να πας γα γαμηθείς »).
• Во пизду [Βο πιζντου]: στο διάολο – όπως το « в пизду », μόνο που προκαλεί μικρότερη αίσθηση επειδή τονίζεται η πρόθεση « во ». Χρησιμοποιείται για χιούμορ μετάξι φίλων.
• Ни в пизду, ни в красную армию [Νι β πιζντου, νι β κρаσνουγιου аρμιγιου]: ούτε θα γίνει, ούτε θα το κάνουμε (Στην κυριολεξία. Ούτε στο μουνί, ούτε στον κόκκινο Στράτο).
• Пизда с ушами [Πιζντа ς ουσаμι]: σκύλα – Στην κυριολεξία ένα μουνί με αυτιά.
Пиздой накрыться [Πιζντογι νακριτ’σγια]: μένω επί τόπου, ξεκάρφωτος, γαμιέμαι – « Мой пентюх пиздой накрылся ». Το σύστημα μου χάλασε.
• Получить пизды [Πολουσιτ’ πιζντι]: Μου σπάει τα μούτρα – Παράδειγμα: « Выебнулся и тут же получил пизды » - « ήθελε να το παίξει μάγκας αλλά πολύ γρήγορα έφαγε τον ξύλο της ζωής του ».
• С пизды сорваться [Σ πιζντι σορβаτ’σγια]: ξαφνική εμφάνιση, απροσδόκητη ή αιφνιδιαστική επίθεση.
• Без пизды [Μπγιεζ πιζντι]: χωρίς μπερδέματα.
• Пизда малосольная [Πιζντа μаλοσολ’ναγια]: νεαρή δεσποινίς.

Пиздец (αρσ.) [πιζντγιετς]

Φιάσκο, αποτυχία, το οριστικό τέλος μιας καλής κατάστασης. Έτσι κι αλλιώς, το τέλος μάλλον οριστικό. Η λέξη αυτή μπορεί να πάρει παρά πολλές έννοιες, ανάλογα με την κατάσταση που βρισκόμαστε και την ψυχική διάθεση.

Жизнь - пиздец как хороша! только очень уж пиздец...

Срать (ρήμα) [Σρατ’]

χέζω (χυδαία διατύπωση).
• Мне насрать [Μνγιε νασρаτ’]: Δεν με νοιάζει, χέστηκα
• Просрать [Προσρаτ’]: χάνω – χρησιμοποιείται όταν χάνουμε κάτι ή μετά από μια ήττα σε κάποια διαμάχη
• Пойти посрать [Πογιτι ποσρаτ’]: χάθηκε ή χάλασε– που μοιάζει με την έκφραση « пиздой накриться » (cf.) μόνο που χρησιμοποιείται πιο συχνά. Παράδειγμα: « Мой отпуск пошел посрать » - σημαίνει κατά γράμμα « χάλασαν οι διακοπές μου ».
• Сводить посрать [Σβοντιτ’ ποσρаτ’]: χάνω ή καταστρέφω κάτι – μεταβατική έκφραση- Παράδειγμα: « Я дал ему приемник, а он сводил его посрать » - « Του έδωσα ένα τρανζίστορ και το έσπασε ».
• Сраный (επίθετο) [Σρаνιγι]: χεσμένος, που είναι για χέσιμο

Багдад – твоя могила. Понял, ты, Джордж, сраный ковбой?

(Жириновский В.В., 2003)

Ссать (ρήμα) [Σσατ’]

Κατουράω. Αρκετά χυδαία διατύπωση.

Людям, которые пьют "легкое" пиво, нравится не вкус пива, им просто нравится много ссать.

• В рот нассать, чтоб морем пахло? [Β ροτ νασσаτ’, σιτομπ μοργιεμ πаχλο?]: Αισχρή έκφραση στο ερώτημα, αν όλα έγιναν κατανοητά ( θες να κατουράω στο στόμα σου κι να μυρίζεις θάλασσα?).
• Ссыкун (αρσ.) [Σσικουν]: Κατουρλής, άτομο που υποφέρει από συχνουρία, μεταφορικά σημαίνει, άνανδρος, δειλός.

Сука (θηλ.) ουκα]

Σκύλα, τσουλά. Υποκοριστικό του: сучка. Μια παρατήρηση: Η ερωτική ομολογία στα ιαπωνικά (好き) θα κάνει του Ρώσους να γελάνε, επειδή προφέρεται suki (όπως το πληθυντικό της λέξης суки).

Блядь, вот суки! Вся Москва - любительницы жрать салаты на халяву. Нормальных тёлок нужно, как Диоген, днём с огнём искать...

(Николай Александрович Ф.)

• Сукин сын [σουκιν σιν]: πουτάνας γιος – πολύ κοντά από την αντίστοιχη έννοια στα γαλλικά

Трахаться (αμετάβατο ρήμα) [τραχατσγια]

1. συνουσιαζομαι, « Всю ночь трахаться с новой тёлкой » - « γαμώ όλη τη νύχτα με καινούργια γυναίκα » (cf. « Трахать»);
2. Κάνω μια πολύ βαρετή εργασία, « Всю ночь трахаться с новой программой » - « ιδρώνω όλη τη νύχτα με το νέο πρόγραμμα».

Хачик (αρσ.) ασικ]

Υπήκοος του Καύκασου – υβριστικό. Η προέλευση, ήταν αρχικά αρμένικο όνομα (Խաչիկ – που σημαίνει « μικρό σταυρό », υποκοριστικό του Խաչատուր, χασιατουρ).

Хер (αρσ.) ερ]

Πέος – Σλαβονική ονομασία του γράμματος « Χ », που είναι και το αρχικό γράμμα της συγκεκριμένης λέξης.
• Хер с ним (ней) [Kher s nim (s nyey)]: Να πάει στο διάολο, δε με νοιάζει.

Хрен (αρσ.) [Χργιεν]

Πέος– κυριολεκτικά « αρμοκαρία (φυτό) ». « Хрен » μπορεί να αντικαθιστά τη λέξη « хер » ή « хуй » σε ποσοστό 90% των εκφράσεων (cf. Οι λέξεις αυτές). Η λέξη « Хрен » είναι σχετικά ουδέτερη, η λέξη « хер » είναι μάλλον χυδαία και η λέξη « хуй » είναι καθαρά πρόστυχη. Με αυτόν τον τρόπο, παρέχεται η δυνατότητα σ’ έναν ομιλητή να μιλάει λίγο ή πολύ χυδαία. « Наш хрен самый хреновый хрен в мире... ».

Хуй (αρσ.) ουγι]

1. Πούτσο – αισχρή διατύπωση, που δεν πρέπει να προφέρουμε δημόσια.
2. υποτιμητική αναφορά κυρίως για (άγνωστο) άνδρα

В круг вошел, взмахнул рукой.
-Ты откуда, хуй такой?

3. ηλίθιος, μαλάκας.
4. Κάθε αντικείμενο σε σχήμα φαλλό.
5. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται τόσο πολύ, που ανάλογα με τον περιεχόμενο της συζήτησης μπορεί να πάρει διάφορες σημασίες που δύσκολα μπορούμε να απαριθμήσουμε
Η ετυμολογία της λέξης αυτής καμία φορά αμφισβητείται, πάντως πιστεύεται ότι η προέλευση δεν είναι από τη λέξη Τάταρος όπως πιστεύει ο πολύς κόσμος. Η πιο σοβαρή ένδειξη είναι ότι πρόκειται για Σλαβονική ρίζα που έδωσε επίσης τη λέξη « хвоя » (βελόνες κωνοφόρων) και τη λέξη « хвост » (ουρά, σκωληκοειδής απόφυση). Μια σλαβονική προέλευση της λέξης αυτής φαίνεται πιο πειστική, αφού εμφανίζεται στα πολωνικά και σε γραπτά κείμενα του Νόβγκοροντ πριν από τον Ταταρικό ζυγό.
• Ας σημειώσουμε ότι η κοινή μεταγραφή στα αγγλικά είναι « huy », με αποτέλεσμα η Βελγική πόλη του Huy (επαρχιακή πόλη της Λιέγη) να γίνει ατελείωτη πηγή γέλιου για τους πονηρούς Ρώσους ομιλητές. Τα ακόλουθα κινέζικα ιδεόγραμμα κάνουν επίσης τους Ρώσους να χαμογελούν: 茴, 蛔, 彗, 诙, 隳, 洄, 虺, 恚, 缋, 蕙, 蟪, 喙, 灰, 回, 讳, 恢, 晦, 烩, 辉, 麾, 悔, 贿, 秽, 慧, 徽, 毁, 绘, 卉, 晖, 汇, 诲, 挥, 惠, 会, 荟. Προφέρονται όλα γυι hui (huī, huí, huǐ, huì) και σημαίνουν, εξάλλου, ράμφος, γκρίζος, στάχτη, περιστρέφω, ταμπού, απέραντος, σκοτεινός, σιγοψήνω, λάμπω, λάβαρο, δωροδοκία, βρομιάρης, σοφός, περιβόητος, γκρεμίζω, βάφω, βοτανώδης βοτάνων, φως του ήλιου, συμβάλλω, διδάσκω, κουνώ, καλοσύνη, συγκέντρωση. Το βιετναμέζικο ρήμα για να κινητοποιεί σημαίνει, έτοιμος να χαμογελά: huy động; και το ρήμα hủy σημαίνει καταστρέφω.

Συνώνυμες λέξεις: болт, буй, вафля, голый вася, градусник, елдык, кляп, колбасина, конец, косточка, писька, палка, плешь, сарделька, три буквы, фига, фуй, хвост, хер, хрен, ху-ху, член, шампур, шиш, шмайсер, щекотун, эклер.
Παράγωγα: дохуя, захуярить, захуячить, нахуя, нахуярить, нахуяриться, нахуячиться, нехуёво, нехуй, хуёвый, отхуяривать, отхуярить, охуевший, охуенный, охуеть, охуивать, охуительно, охуительный, похуист, похуй, расхуярить, хуеватый, хуеверть, хуёвина, хуёвина, хуёво, хуегрыз, хуеплёт, хуесос, хуета, хуетень, хуетень, хуипан, хуище, хуйло, хуйнуть, хуйня, хули, хули, хуякнуть, хуякнуться, хуярить, хуячить.

• В хуй не дует [β χουγι νγιε ντουγιετ]: αγνοώ, δε δίνω προσοχή:

Зима! Крестьянин торжествует
Надел тулуп и в хуй не дует,
Мороз ебет, а он не чует!

• В хуй не ставить [β χουγι νγιε στаβιτ’]: δε σέβομαι ή δεν υπακούω κάποιος
До хуя [ντο χουγια]: 1. πολύ; 2. αρκετά, ακόμα κι υπερβολικά.

Мы с приятелем на пару
Зарубили муравья.
Две недели мясо ели
И осталось до хуя!

• За хуй [ζα χουγι]: 1. Γιατί? (cf на хуй, на хуя); 2. Επειδή (σε απάντηση από το На хуй? - За хуй!).
• На хуй [να χουγι]: 1. Χρησιμοποιείται σε εκφράσεις, όπως: « Да ну его на хуй » - να πάει να γαμηθεί; « Иди на хуй » - να πας να πηδηχτείς; « Пошел на хуй » - Να πας να γαμηθείς; 2. χρησιμοποιείται σαν σύντομη έκφραση, από το На хуя (cf. παρακάτω) με την ίδια έννοια - γιατί?
• На хуй послать [να χουγι ποσλατ’]: στέλνω κάποιος στο διάολο, βρίζω, αρνούμαι.
• На хуй сесть [να χουγι sest’]: πληρώνω τον τίμημα.
• На хую вертеть [να χουγιou vertet’]: αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων - κυριολεκτικά. βάζω κάποιος να περιστρέφεται γύρω από τον πούτσο του. Παράδειγμα: - « Да я его на хую вертел! » - « Τον έχω στα αρχίδια μου! ».
• На хуя? [να χουγια]: Για να κάνω τι?, Ποιος είναι ο λόγος – το αντίστοιχο στα αγγλικά θα ήταν – « For fucking what? ».
• Ни за хуй собачий [Νι ζа χουγι σομπаσιγι]: 1. δωρεάν; 2. ματάκια (χωρίς λόγο ή κατά τύχη) – κυριολεκτικά « φθηνότερο κι από το πούτσο του σκυλιού » Παράδειγμα: 1 – cf. « поди хуево? »; 2 - « Помер ни за хуй собачи » - « τζάμπα πέθανε ».
• Ни хуя [νι χουγια]: 1. Σε καμία περίπτωση! (διάσταση απόψεων); 2. τίποτα; – Παράδειγμα: 2. « Смотрю, а в бутылке ни хуя нет » - « είδα πως η μπουκάλα άδειασε’.
• Ни хуя себе [νι χουγια σγιεμπγιε]: εκφράζει την έκπληξη – μη μου πεις! τι θράσος!
• По хуй [πο χουγι]: το ίδιο είναι, χωρίς σημασία – « Мне по хуй » σημαίνει σχεδόν « σκασίλα μου ».
• Хуем груши околачивать [χουγιεμ γκρουσι οκολασιβατ’]: τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα – κυριολεκτικά « κουνάω με τον πούτσο τον κορμό της αχλαδιάς για να πέσουν τα αχλάδια».
• Хуи пинать [χουγι πινατ’]: τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα– Κυριολεκτικά « δέρνω όλους τους πούτσους της γειτονίας ».
• Хуй в рот (жопу) [χουγι β ροτ (ζοπου)]: εκφράζει μια κατηγορηματική άρνηση.
• Хуй важный [χουγι βαζνιγι]: 1. Ένας αρχηγός, ένας υπεύθυνος ή κάθε άλλη μορφή εξουσίας 2. Άτομο με υπεροψία.
• Хуй его знает [χουγι γιεβο ζναγιετ]: κανείς δεν ξέρει
• Хуй забить, положить [χουγι ζαμπιτ’, πολοζιτ’]: αγνοώ, παραμελώ
• Хуй знает что [χουγι ζναγιετ σιτο]: 1. παράλογο, ανοησία 2. επιφώνημα που δείχνει τη εύκολη θέση στην οποία βρίσκεται ο συνομιλητής.
• Хуй к носу прикинуть [χουγι κ νοσου πρικινουτ’]: σκέπτομαι όλες τις πλευρές του ερωτήματος.
• Хуй моржовый (голландский, мамин, с горы, стоптанный) [χουγι μορζοβιγι (γκολλανντσκιγι, μαμιν, ς γκορι, στοπταννιγι)]: βλάκας, ηλίθιος, γκαφατζής.
• Хуй не стоит [χουγι νγιε στοιτ]: εκφράζει την έλλειψη ενδιαφέρον, θέληση (δεν είναι ερεθιστικό).
• Хуй немытый [χουγι νγιεμιτιγι]: παραμελημένο άτομο, βρομιάρης.
• Хуй ночевал [χουγι νοσιγιεβαλ]: εξαφανίστηκε, είναι απών.
• Хуй показать [χουγι ποκαζατ’]: αρνούμαι, απορρίπτω την πρόταση.
• Хуй с ним [χουγι ς νιμ]: δείχνει την έλλειψη ενδιαφέρον για κάποιος ή κάτι (να πάει να γαμηθεί).
• Хуй тебе за щеку! [χουγι τγιεμπγιε ζα σετσεγιεκου!]: « Γλυφέ! » (με την έννοια του άντε να γαμηθείς).
• Хуй тебе на постном масле! [χουγι τγιεμπγιε να ποστνομ μασλγιε!]: Αϊ γαμήσου.

Шлюха (θηλ.) [σλγιουχα]

Μια πουτάνα, μια τσουλά.

Проститутка - это профессия, шлюха - состояние души
η πορνεία είναι επάγγελμα, το να είσαι πουτάνα είναι μια ψυχική διάθεση.

Яйца (Ουσ. Πληθ.) [γιαγιτσα]

Αρχίδια – « Τα αυγά ».

Член чисто вымыт, яйца блестят - я готов сделать сексуальный обряд.


back to the top
© www.russki-mat.net