- Γυναίκα ελαφρών ηθών, πρόστυχη, εύκολη «θερμή». Αρχικά η λέξη σήμαινε «ψέμα, αίρεση, αποπλάνηση» (με αυτή την έννοια τη συναντάμε σε θρησκευτικά κείμενα), κατ' επέκταση σημαίνει γυναίκα που βγήκε από το δρόμο της αρετής.
- Ύβρις που αναφέρεται σε άτομο που χαρακτηρίζεται από τις αρετές (ή τα ελαττώματα) μιας γυναίκας όπως περιγράφεται αρχικά.
- Χρησιμοποιείται στην αρχή ή στο τέλος μιας φράσης ως επιφώνημα. Πρόκειται για ευφημισμό блин, που λειτουργεί όπως η λέξη «γαμώτο» στα γαλλικά: Ну вы, блин, даёте.
Γίνομαι πίτα στο μεθύσι (τελειοποιητικός: бухнуть). Η αρχική έννοια του ρήματος ήταν «προκαλώ μεγάλο θόρυβο, χτυπώ δυνατά».
Я лично бухаю, а кто-то колится (Ленинград, Мне бы в небо, 2002)
Από αυτή τη λέξη προέρχεται το ουσιαστικό бухло [μπουχλο] (οινοπνευματώδη ποτά) καθώς και το επίθετο бухой [μπουχοι] (μεθυσμένος, πιωμένος).
наверное, был я бухой. (Ленинград, WWW, 2002)
Σκατά. Δάνειο από τα πολωνικά, χρησιμοποιείται στον άμεσο λόγο (και όχι σαν επιφώνημα).
На долбанный Невский, говно — не страна!
— Пошли-ка долбиться! — воскликнула Маша.
Что ж кайфа здесь нету. Пошли, старина. (ДДТ, Обдолбанный Вася, 1991)
Μαλακίζομαι, αυνανίζομαι.
- Γαμώ (σχίζω), τρυπάω.
Только с тобой одной сегодня буду танцевать,
Только тебя одну сегодня буду я ебать! (Ленинград, Только с тобой, 1999) - Τιμωρώ, μαλώνω.
Ну за это тебя будут ебать до потери пульса!
- Ανησυχώ, ενοχλώ.
Теоретическое наличие ржавчины на стенках каналов в системе охлаждения меня вообще не ебёт.
Παράγωγα: въёбывать, выёбываться, доёбываться, долбоёб, ебало, ебанат, ебанутый, ебануть, ёбарь, ебач, еблан, ёбнутый, ебучий, заебать, заебись, злоебаный, колдоёбины, мозгоёб, наебать, объебать, отъебаться, проебать, съебаться, уебан, уёбище, уёбок, уёбский и άλλα.
Κώλος, οπίσθιος. Υποκοριστικά: жопка, жопочка. Υπέρτατο: жопища.
Солнце светит прямо в глаз;
Если едешь ты в Европу —
Солнце светит прямо в жопу.
Μουνί — Пизда είναι η πιο διαδεδομένη λέξη. Манда μπορεί να αντικαθιστά τη λέξη пизда στις περισσότερες εκφράσεις αλλά όχι σε παραγωγές λέξεις.
Πίνω μέχρι σκασμού — Нахуячился водкой: «ήπιε βότκα μέχρι να σκάσει». Cf. επίσης наебениться.
Θηλυκά γεννητικά όργανα.
Φιάσκο, αποτυχία, το οριστικό τέλος μιας καλής κατάστασης. Η λέξη αυτή μπορεί να πάρει παρά πολλές έννοιες, ανάλογα με την κατάσταση που βρισκόμαστε και την ψυχική διάθεση.
Χέζω (χυδαία διατύπωση).
Κατουράω. Αρκετά χυδαία διατύπωση.
Σκύλα, τσουλά. Υποκοριστικό: сучка. Παρατήρηση: η ερωτική ομολογία στα ιαπωνικά (好き) θα κάνει τους Ρώσους να γελάνε, επειδή προφέρεται suki (όπως ο πληθυντικός суки).
- Συνουσιάζομαι — Всю ночь трахаться с новой тёлкой: «γαμώ όλη τη νύχτα με καινούργια γυναίκα» (cf. Трахать).
- Κάνω μια πολύ βαρετή εργασία — Всю ночь трахаться с новой программой: «ιδρώνω όλη τη νύχτα με το νέο πρόγραμμα».
Υπήκοος του Καύκασου — υβριστικό. Αρχικά ήταν αρμένικο όνομα (Խաչիկ — «μικρό σταυρό», υποκοριστικό του Խաչατուր).
Πέος — σλαβονική ονομασία του γράμματος «Χ», που είναι και το αρχικό γράμμα της λέξης.
гражданский, родственный и дружеский,
долг чести, совести, пера,
и кредиторов до хера. (Игорь Губерман, Гарики на каждый день)
Πέος — κυριολεκτικά «αρμοκαρία (φυτό)». Хрен μπορεί να αντικαθιστά τη λέξη хер ή хуй σε ποσοστό 90% των εκφράσεων. Η λέξη Хрен είναι σχετικά ουδέτερη, η хер μάλλον χυδαία και η хуй καθαρά πρόστυχη — παρέχεται έτσι η δυνατότητα να μιλάει κανείς λίγο ή πολύ χυδαία.
- Πούτσο — αισχρή διατύπωση, που δεν πρέπει να προφέρουμε δημόσια.
- Υποτιμητική αναφορά κυρίως για (άγνωστο) άνδρα.
В круг вошел, взмахнул рукой.
— Ты откуда, хуй такой? - Ηλίθιος, μαλάκας.
- Κάθε αντικείμενο σε σχήμα φαλλό.
- Χρησιμοποιείται τόσο πολύ που ανάλογα με το περιεχόμενο μπορεί να πάρει διάφορες σημασίες δύσκολο να απαριθμήσουμε. Η ετυμολογία πιστεύεται σλαβονική (cf. хвоя «βελόνες κωνοφόρων», хвост «ουρά»), εμφανίζεται στα πολωνικά και σε γραπτά του Νόβγκοροντ πριν τον Ταταρικό ζυγό.
Надел тулуп и в хуй не дует,
Мороз ебет, а он не чует!
Зарубили муравья.
Две недели мясо ели
И осталось до хуя!
Παράγωγα: дохуя, захуярить, захуячить, нахуя, нахуярить, нахуяриться, нахуячиться, нехуёво, нехуй, хуёвый, отхуяривать, охуевший, охуенный, охуеть, охуительно, похуист, похуй, расхуярить, хуёвина, хуёво, хуесос, хуета, хуйло, хуйнуть, хуйня, хули, хуярить, хуячить и άλλα.
Μια πουτάνα, μια τσουλά.
Αρχίδια — «Τα αυγά».